Δύο μοντέλα διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης απομακρύνονται μεταξύ τους με ταχύτητα. Το ένα στηρίζεται σε οριζόντιο κανονισμό με κλιμάκωση υποχρεώσεων ανάλογα με τον κίνδυνο. Το άλλο στηρίζεται στην απορρύθμιση, με ρητό στόχο την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία και με ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στο ομοσπονδιακό κέντρο και τις επιμέρους πολιτείες. Στο μεταξύ, η Ελλάδα απέκτησε μόλις τον Ιούλιο του 2026 το δικό της εθνικό πλαίσιο εφαρμογής.
Το ευρωπαϊκό μοντέλο βάσει κινδύνου
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024 και αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο οριζόντιο ρυθμιστικό πλαίσιο παγκοσμίως. Η λογική του είναι απλή στη σύλληψη: όσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος μιας εφαρμογής, τόσο αυστηρότερες οι υποχρεώσεις. Στην κορυφή βρίσκονται οι απαγορευμένες πρακτικές, ακολουθούν τα συστήματα υψηλού κινδύνου με απαιτήσεις τεκμηρίωσης, αξιολόγησης συμμόρφωσης και ανθρώπινης εποπτείας, και στη βάση τα συστήματα περιορισμένου κινδύνου με υποχρεώσεις διαφάνειας.
Οι υποχρεώσεις ενεργοποιούνται σταδιακά. Οι απαγορεύσεις εφαρμόστηκαν από τον Φεβρουάριο του 2025, οι κανόνες για τα μοντέλα γενικού σκοπού από τον Αύγουστο του 2025, ενώ η μεγάλη ημερομηνία ήταν η 2α Αυγούστου 2026 για τα αυτοτελή συστήματα υψηλού κινδύνου του Παραρτήματος ΙΙΙ, δηλαδή για εφαρμογές σε προσλήψεις, εκπαίδευση, κρίσιμες υποδομές, πιστοληπτική αξιολόγηση και επιβολή του νόμου.
Η ευρωπαϊκή αναδίπλωση
Έως τα τέλη του 2025 ήταν φανερό ότι η εφαρμογή είχε βγει εκτός χρονοδιαγράμματος. Τα απαραίτητα τεχνικά πρότυπα δεν ήταν έτοιμα, οι εθνικές αρχές δεν είχαν στελεχωθεί και η βιομηχανία πίεζε για παράταση. Στις 19 Νοεμβρίου 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε το λεγόμενο Ψηφιακό Omnibus, μια δέσμη απλοποίησης που τροποποιεί τον Κανονισμό.
Μετά από άκαρπο πρώτο γύρο διαπραγματεύσεων στα τέλη Απριλίου, επιτεύχθηκε προσωρινή πολιτική συμφωνία στις αρχές Μαΐου 2026. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε το κείμενο στις 16 Ιουνίου και το Συμβούλιο έδωσε την τελική έγκριση στις 29 Ιουνίου, με τη ρύθμιση να τίθεται σε ισχύ τον Ιούλιο.
Οι αλλαγές είναι σημαντικές και συχνά παρουσιάζονται ανακριβώς ως γενική αναβολή. Στην πραγματικότητα, οι υποχρεώσεις για τα αυτοτελή συστήματα υψηλού κινδύνου μετατίθενται από τις 2 Αυγούστου 2026 στις 2 Δεκεμβρίου 2027, δηλαδή κατά δεκαέξι μήνες. Για τα συστήματα που ενσωματώνονται σε προϊόντα ήδη ρυθμιζόμενα, όπως ιατροτεχνολογικά και ανελκυστήρες, η προθεσμία μετατίθεται από τον Αύγουστο του 2027 στον Αύγουστο του 2028. Η υποχρέωση των κρατών μελών να δημιουργήσουν τουλάχιστον ένα ρυθμιστικό δοκιμαστήριο μετατίθεται κατά ένα έτος.
Δεν μετακινήθηκαν όμως όλα. Οι υποχρεώσεις διαφάνειας του άρθρου 50 παραμένουν στην αρχική τους ημερομηνία, τη 2α Αυγούστου 2026. Αυτό σημαίνει ότι από εκείνη την ημέρα οι πάροχοι και οι χρήστες οφείλουν να γνωστοποιούν όταν κάποιος αλληλεπιδρά με σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, να επισημαίνουν συνθετικό περιεχόμενο και να δηλώνουν τα deepfakes, με κυρώσεις που φτάνουν τα δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ ή το 3% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών. Μόνο η τεχνική υποχρέωση υδατογράφησης για συστήματα που είχαν ήδη διατεθεί λαμβάνει σύντομη παράταση έως τις 2 Δεκεμβρίου 2026.
Το Omnibus πρόσθεσε επίσης νέα στοιχεία. Εισήγαγε ρητή απαγόρευση συστημάτων που παράγουν μη συναινετικό ερωτικό υλικό και υλικό σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, ενίσχυσε σημαντικά τις εποπτικές αρμοδιότητες του ευρωπαϊκού Γραφείου Τεχνητής Νοημοσύνης και διεύρυνε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις αναγκαιότητας, τη δυνατότητα χρήσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για ανίχνευση και μετριασμό μεροληψίας.
Η Ελλάδα αποκτά εθνικό πλαίσιο
Το σχέδιο νόμου για την εφαρμογή του Κανονισμού τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης στις 21 Ιουνίου 2026 και ψηφίστηκε από τη Βουλή στα μέσα Ιουλίου.
Ο νόμος δεν εισάγει νέους κανόνες πέρα από όσους ήδη προβλέπει το ευρωπαϊκό κείμενο. Αυτό που κάνει είναι να στήσει τον μηχανισμό. Ορίζει την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ως κεντρική αρχή εποπτείας της αγοράς και ως εθνικό σημείο επαφής για την εφαρμογή του Κανονισμού στην Ελλάδα. Αναθέτει τον συντονισμό στο υπουργείο, μέσω της Ειδικής Γραμματείας Τεχνητής Νοημοσύνης και Διακυβέρνησης Δεδομένων, η οποία αναλαμβάνει την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής. Ενισχύει τον ρόλο του Παρατηρητηρίου Τεχνητής Νοημοσύνης στην παρακολούθηση της υλοποίησης, και καθορίζει τις διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ αρχών καθώς και το πλαίσιο κυρώσεων.
Η επιλογή της αρχής προστασίας δεδομένων ως κεντρικού εποπτικού φορέα ακολουθεί μοντέλο που έχουν προκρίνει και άλλα κράτη μέλη, αλλά εγείρει ένα πρακτικό ερώτημα που αφορά όλη την Ευρώπη: αν οι υφιστάμενες αρχές διαθέτουν το τεχνικό προσωπικό και τους πόρους να ελέγξουν συστήματα μηχανικής μάθησης, πέρα από τη νομική συμμόρφωση με κανόνες ιδιωτικότητας.
Το θεσμικό βήμα εντάσσεται σε ευρύτερο σχεδιασμό που περιλαμβάνει υπολογιστικές υποδομές, με τον υπερυπολογιστή ΔΑΙΔΑΛΟΣ και το εργοστάσιο τεχνητής νοημοσύνης Pharos, καθώς και επενδύσεις σε δεδομένα, έρευνα και καινοτομία, με δηλωμένη φιλοδοξία τη μετατροπή της χώρας σε τεχνολογικό κόμβο για τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το αμερικανικό μοντέλο και η σύγκρουση με τις πολιτείες
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η κατεύθυνση είναι αντίστροφη. Στις 11 Δεκεμβρίου 2025 υπογράφηκε προεδρικό διάταγμα με στόχο τη διαμόρφωση ενιαίου εθνικού πλαισίου και την εξουδετέρωση των πολιτειακών νόμων που θεωρούνται υπερβολικά επαχθείς.
Το διάταγμα προβλέπει τέσσερις μοχλούς. Πρώτον, τη σύσταση ειδικής ομάδας δικαστικών προσφυγών στο υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία συγκροτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2026 με αποκλειστική αποστολή την προσβολή πολιτειακών νόμων. Δεύτερον, την αξιολόγηση από το υπουργείο Εμπορίου των πολιτειακών νόμων που κρίνονται επαχθείς, με προθεσμία την 11η Μαρτίου 2026. Τρίτον, τη σύνδεση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης ευρυζωνικών υποδομών, ύψους σαράντα δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων, με το ρυθμιστικό κλίμα κάθε πολιτείας. Τέταρτον, έκδοση δήλωσης πολιτικής από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου με το επιχείρημα ότι πολιτειακοί κανόνες που επιβάλλουν αλλοίωση των εξόδων ενός μοντέλου συνιστούν παραπλανητική εμπορική πρακτική.
Στην πράξη, η εφαρμογή έχει υστερήσει. Μόνο το υπουργείο Δικαιοσύνης τήρησε την προθεσμία του, ενώ το υπουργείο Εμπορίου δεν είχε δημοσιεύσει την αξιολόγησή του, αφήνοντας σε εκκρεμότητα και τη διαδικασία της ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών. Στη μοναδική μεγάλη υπόθεση κατά του Κολοράντο, η ομοσπονδιακή πλευρά στηρίχθηκε σε ιδιώτη ενάγοντα.
Υπάρχει και ένα βασικό νομικό εμπόδιο που αναγνωρίζουν ακόμη και υποστηρικτές της προσέγγισης. Η υπερίσχυση του ομοσπονδιακού δικαίου απορρέει κατά κανόνα από νόμο του Κογκρέσου, όχι από προεδρικό διάταγμα. Έως ότου δικαστήρια ακυρώσουν συγκεκριμένους πολιτειακούς νόμους, οι επιχειρήσεις οφείλουν να συμμορφώνονται με αυτούς. Γι’ αυτό και τον Μάρτιο του 2026 ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε εθνικό πλαίσιο πολιτικής που καλεί ρητά το Κογκρέσο να νομοθετήσει. Το σχετικό νομοσχέδιο που συζητείται προβλέπει τριετή υπερίσχυση μόνο ως προς τη ρύθμιση της ανάπτυξης μοντέλων, αφήνοντας άθικτους τους νόμους γενικής εφαρμογής.
Τι κάνουν οι πολιτείες παρ’ όλα αυτά
Η ομοσπονδιακή πίεση δεν σταμάτησε τη νομοθέτηση. Την κατηύθυνε. Το διάταγμα εξαιρεί ρητά από την υπερίσχυση την προστασία των παιδιών, τις υποδομές υπολογιστικής ισχύος και κέντρων δεδομένων, καθώς και τις προμήθειες του δημοσίου.
Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο. Πάνω από εκατό σχετικοί νόμοι ψηφίστηκαν σε πολιτειακό επίπεδο μέσα στο 2026, συγκεντρωμένοι ακριβώς στις κατηγορίες που είχε σηματοδοτηθεί ότι δεν θα αμφισβητηθούν. Δεκατέσσερις πολιτείες θέσπισαν νόμους για συνομιλιακούς συντρόφους, από δύο μόλις το 2025, με έξι από αυτές υπό δημοκρατικό και οκτώ υπό ρεπουμπλικανικό έλεγχο. Αναλυτές περιγράφουν το φαινόμενο ως υπερίσχυση μέσω αποτρεπτικού αποτελέσματος και όχι μέσω νόμου: οι πολιτείες νομοθετούν ελεύθερα εκεί όπου δεν προβλέπεται σύγκρουση, και αποφεύγουν τα πεδία της ευθύνης για μοντέλα αιχμής και της αλγοριθμικής διάκρισης.
Τι λέει το κοινό
Η δημόσια γνώμη δεν εμπιστεύεται κανένα από τα δύο μοντέλα. Έρευνα του Pew Research Center σε 5.119 ενήλικες, που διεξήχθη μεταξύ 17 και 23 Φεβρουαρίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουνίου, βρήκε ότι 67% των Αμερικανών έχουν ελάχιστη ή καθόλου εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση για την αποτελεσματική ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης, από 62% το 2024. Παράλληλα, 59% δεν εμπιστεύονται τις εταιρείες να αναπτύξουν την τεχνολογία υπεύθυνα.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η μετατόπιση κατά κόμμα. Οι Δημοκρατικοί έγιναν σημαντικά πιο δύσπιστοι, από 54% σε 74%, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι λιγότερο, από 70% σε 61%. Η δυσπιστία δεν εξαρτάται πλέον από την ιδεολογία αλλά από το ποιος κυβερνά.
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και σε διεθνή σύγκριση. Ο δείκτης του Πανεπιστημίου Στάνφορντ για το 2026 κατέγραψε τις Ηνωμένες Πολιτείες με τη χαμηλότερη εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν ως προς την ικανότητα της κυβέρνησης να ρυθμίσει υπεύθυνα την τεχνολογία, στο 31%.
Πού καταλήγει
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση δοκιμάζεται όχι στη φιλοσοφία της αλλά στην εκτελεστική της ικανότητα. Η αναβολή των υποχρεώσεων υψηλού κινδύνου κατά δεκαέξι μήνες δεν οφείλεται σε αλλαγή πολιτικής βούλησης, αλλά στην παραδοχή ότι τα εργαλεία συμμόρφωσης δεν υπήρχαν έγκαιρα. Το ερώτημα για κάθε κράτος μέλος, και για την Ελλάδα ειδικότερα, είναι αν η πρόσθετη προθεσμία θα αξιοποιηθεί για στελέχωση και τεχνική προετοιμασία των αρχών ή αν θα λειτουργήσει απλώς ως παύση.
Η αμερικανική προσέγγιση δοκιμάζεται στα δικαστήρια και στο Κογκρέσο. Χωρίς ομοσπονδιακό νόμο, η υπερίσχυση παραμένει διακήρυξη προθέσεων, και το πραγματικό ρυθμιστικό τοπίο συνεχίζει να διαμορφώνεται από πενήντα πολιτείες.
Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται και στις δύο αγορές, το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι το αυστηρότερο πλαίσιο καθορίζει τη σχεδίαση. Και η πλησιέστερη σκληρή ημερομηνία δεν είναι το 2027 αλλά η 2α Αυγούστου 2026, όταν οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις διαφάνειας ενεργοποιούνται χωρίς παράταση.













